δείξω

δείξω, (for δε-δϝοψ-α) [ per.] 1st sg. [tense] pf. in [tense] pres. sense, Il.14.44, Od.5.300 (δείδιτε should prob. be restored for δείδετε in AP9.147 (Antag.)): [tense] fut.
A

δείσομαι Il.15.299

, etc.; later

δείσω Q.S.4.36

, etc.: [tense] aor. ἔδεισα, in Hom. ἔδδεισα (i.e. ἔδϝεισα, cf. ὑποδδείσας, = ὑποδϝείσας): [tense] aor. 2

δίον Il.22.251

(v. infr. 7), [ per.] 3sg.

δίε 5.566

; [tense] pf. δέδοικα, ας, ε, (in [tense] pres. sense), freq. in sg., Thgn.39, A.Pers.751, Ar.Eq.38, etc.; rare in pl.,

δεδοίκαμεν Men.534.11

, Luc.Charid.24,

-κατε Ar.Ec.181

; [dialect] Ep. δείδοικα (i.e. δε-δϝ-) Il.1.555, al.; subj.

δεδοίκωσι Hp.Art.37

; inf.

δεδοικέναι E.Supp.548

, Ar.V.1091, Pl.Ax.372, etc.; part.

-κώς Anacr.43

, Ar.Pax607, Hdt.1.107, etc.: [tense] plpf. in [tense] impf. sense, Ar. Pl.684, Pl.R.472a, etc.; [ per.] 3pl.

-οίκεσαν Th.4.27

, X.An.3.5.18 :— also

δέδια A.Pr.184

(lyr.), S.OC1469 (lyr.), commonly used in Prose, D.14.4, Luc.Prom.Es5, etc.;

δέδιε Amphis 33.6

, Men.223.13; pl. δέδιμεν, δέδιτε, Th.3.53,56, 4.126, etc.;

δεδίασι Ar.Eq.224

, Pl.Ap.29a, etc. (once in Hom., Il.24.663); [dialect] Ep. δείδια ib.13.49, al., [ per.] 3sg.

δείδιε Od.16.306

; pl.

δείδῐμεν Il.9.230

, etc.; δείδῐτε APl.c. (v. supr.); imper.

δέδῐθι Ar.Eq.230

, V.273, [dialect] Ep.

δείδῐθι Il.5.827

, etc.; later

δείδῑθι Nic.Al.443

(δείδιχθι cod. opt.),

δέδῑθι Babr.75.2

codd.; subj.

δεδίη X.Ath.1.11

;

δεδίωσι Isoc.4.156

, etc.; inf.

δεδιέναι Th. 1.136

, Pl.Phd.88b, etc., [dialect] Ep. δειδίμεν (to be distd. from [ per.] 1pl. indic. δείδιμεν) Od.9.274, 10.381; part.

δεδιώς Ar.Ec.643

, Pl..448, Th.6.24, etc., fem. δεδιυῖα prob. in Pl.Phdr.254e, [dialect] Ep. acc. δειδιότα, pl. -ιότες, -ιότων, -ιότας, Il.6.137, etc.: [tense] plpf. ἐδεδίειν, εις, ει, Hyp.Lyc.6, D.34.27, etc.; [dialect] Ep. [ per.] 3sg.

δείδιε Il.18.34

; [ per.] 3pl.

ἐδεδίεσαν Th.4.55

codd., X. An.5.7.36,

ἐδέδισαν Pl.Lg.685c

; [dialect] Ep. [ per.] 1pl.

ἐδείδιμεν Il.6.99

, [ per.] 3pl.

ἐδείδισαν 5.790

, al.,

δείδισαν 15.652

(hence in late [dialect] Ep., [tense] impf. ἐδείδιου, -ιες, -ιε, Q.S.10.450, Nonn.D.2.608, 35.30):—in Prose the shorter forms are generally preferred:—fear, distd. from φοβέομαι (v. δέος): Construct.:
1 abs., Hom., etc.
2 folld. by a Prep., δ. περί τινι to be alarmed, anxious about . ., Il.17.242, 5.566, etc.;

ἀμφί τινι A.Pr. 184

(lyr.);

τῆς τυραννίδος πέρι E.Supp.446

;

ὑπέρ τινος Th.1.74

;

δ. ἐκ τῶν ὕπνων Plb.5.52.13

;

θορύβῳ Plu.Dem.9

.
3 folld. by a relat. clause, mostly with μή . ., and folld. by subj., Il.1.555, etc.; rarely by indic.,

δείδω μὴ . . νημερτέα εἶπεν Od.5.300

;

ὃν δέδοικ' ἐγὼ μή μοι βεβήκη S.Ph.493

, cf. OT767, Th.6.88; δέδοιχ' ὅπως μὴ . . ἀναρρήξει κακά, = δέδοικα μή . ., S.OT1074, cf. D.8.53, 9.75, Ar.Eq.112;

μὴ δείσῃς ποθ' ὡς . . ὄψεται S.El.1309

; δ. μὴ οὐ, folld. by subj.,

δέδιμεν μὴ οὐ βέβαιοι ἦτε Th.3.57

, cf. Hdt.7.163, X.Mem.2.3.10, E.Andr.626, etc.; also

δ. ὅπως λάθω E.IT995

;

μὴ δείσητε ὡς οὐχ ἡδέως καθευδήσετε X. Cyr.6.2.30

.
4 c. inf., fear to do,

δεῖσαν δ' ὑποδέχθαι Il.7.93

, Th.1.136
: c. acc. et inf.,

δ. νέμεσιν ἔσεσθαι Od.22.40

;

θανεῖν σε δείσας E. Ion1564

: c. inf. [voice] Pass.,

οὐκ ἐδεδίεσαν βασανισθῆναι Lys.13.27

.
5 c. acc., fear, dread,

Δία Od.14.389

; σημάντορας ib.4.431, etc.;

τὸ σὸν πρόσωπον S.OT448

;

τοὺς γονέας Pl.R.562e

; coupled with

φοβοῦμαι, τοὺς Ἀθηναίους ἡγούμενοι ἅπερ ἐδεδίεσαν φοβεῖσθαι Th.4.117

;

οὐδὲ δέδοικα οὐδὲ φοβοῦμαι τὸν μέλλοντα ἀγῶνα D.21.200

, cf. Isoc.12.48
, Pl.Euthphr.12b, 12c.
6 part. [tense] pf., τὸ δεδιός one's fearing, much like δέος, Th.1.36.
7 flee from, c. acc. (by assimilation to φοβήσομαι), Il.22.251.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δείξω — δείκνυμι bring to light aor subj act 1st sg δείκνυμι bring to light fut ind act 1st sg δείκνυμι bring to light aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δείχνω — και δείχτω (AM δείκνυμι και δεικνύω) 1. υποδεικνύω, εντοπίζω κάποιον ή κάτι τείνοντας προς το μέρος του τον δείχτη του δεξιού χεριού («δείξε στον χάρτη το χωριό σου», «δεῑξαι Άλέξανδρον... Μενελάῳ») 2. φανερώνω, προβάλλω, αποκαλύπτω (α. «το… …   Dictionary of Greek

  • Liste unregelmäßiger Verben im Neugriechischen — Unregelmäßige Verben im Neugriechischen sind Verben, die entweder hinsichtlich ihrer Stämme oder ihrer Endungen Besonderheiten aufweisen und nicht nach den üblichen Konjugationsregeln der neugriechischen Verben flektiert werden.… …   Deutsch Wikipedia

  • Unregelmäßige Verben des Neugriechischen — Unregelmäßige Verben im Neugriechischen sind Verben, die entweder hinsichtlich ihrer Stämme oder ihrer Endungen Besonderheiten aufweisen und nicht nach den üblichen Konjugationsregeln der neugriechischen Verben flektiert werden.… …   Deutsch Wikipedia

  • Unregelmäßige Verben im Neugriechischen — sind Verben, die entweder hinsichtlich ihrer Stämme oder ihrer Endungen Besonderheiten aufweisen und nicht nach den üblichen Konjugationsregeln der neugriechischen Verben flektiert werden. Inhaltsverzeichnis 1 Vorbemerkungen und Statistik 2… …   Deutsch Wikipedia

  • Unregelmäßige neugriechische Verben — Unregelmäßige Verben im Neugriechischen sind Verben, die entweder hinsichtlich ihrer Stämme oder ihrer Endungen Besonderheiten aufweisen und nicht nach den üblichen Konjugationsregeln der neugriechischen Verben flektiert werden.… …   Deutsch Wikipedia

  • показати — ПОКА|ЗАТИ1 (765), ЖОУ, ЖЕТЬ гл. 1.Дать возможность увидеть, показать: Отъкрыите ларѣ и покажѣте ˫а чл҃вкѹ ономѹ чьто ѥмѹ хранѧть. (δείξατε) Изб 1076, 272; посылаѥть ѥ скорѣѥ къ поминаномѹ воѥводѣ въсточьномѹ. томꙊ самомѹ шьдъшѹ къ ст҃омꙊ вел˫ащѹ… …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • γόνατο — Άρθρωση που συνδέει το μηριαίο οστό με την κνήμη. Στην άρθρωση αυτή συμμετέχει και ένα άλλο οστό, η επιγονατίδα, που βρίσκεται μέσα στον τένοντα του τετρακέφαλου μυός. Η κυρτή αρθρική επιφάνεια των μηριαίων κονδύλων εφάπτεται με την ελαφρώς κοίλη …   Dictionary of Greek

  • δείξιος — και δείξος, α, ο φρ. «ο ποίσος κι ο δείξιος» ο παλιάνθρωπος, ο τιποτένιος. [ΕΤΥΜΟΛ. Ονοματικό παράγωγο (επίθετο) σχηματισμένο απ ευθείας από τον μέλλοντα (θα) δείξω τού δείχνω (πρβλ. ο ποίσος* < (θα) ποίσω < ποιήσω)] …   Dictionary of Greek

  • επιβροντώ — ἐπιβροντῶ, άω (Α) (για θεό) βροντώ για να δείξω τη συγκατάθεσή μου …   Dictionary of Greek

  • επιμύω — ἐπιμύω (AM) 1. κλείνω τα μάτια 2. πεθαίνω αρχ. 1. κλείνω τα μάτια για να δείξω πως συμφωνώ 2. κλείνω. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + μύω «κλείνω (τα μάτια)»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.